Επιτέλους, έβγαλε το σκασμό. Με κούρασε όλη την εβδομάδα να την ακούω. Με κούρασε. Χτύπησα overdose, άναψε το κόκκινο λαμπάκι, άρχισαν να βγαίνουν και καπνοί.
Μετά από τα πολλά λόγια, τις ατέλειωτες συζητήσεις, θέλω να καθίσω στη γωνιά μου και να μη λέω τίποτα, αλλά ούτε και να ακούω κάτι. Ησυχία. Σιωπή. Και αυτό είναι στοιχείο του δύσκολου χαρακτήρα μου. Η τρέλλα μου. Η κατάθλιψη μου. Να μη θέλω να μιλάω άλλο πια... Και ούτε να δίνω εξηγήσεις γι' αυτό. Δε θυμάμαι να έδωσα υποσχέσεις. Δε τις πιστεύω άλλωστε. Ούτε τους όρκους.
Τα alarms των monitors χτυπάγανε ασταμάτητα εχθές το βράδυ. Ο εφημερεύων κόντευε να σαλτάρει, ο συνάδελφος είχε ιδρώσει από την ένταση, κι εγώ όλο κοίταζα τον κορεσμό και τους παλμούς. Αυτό γουστάρω να κάνω, και κανείς δε θα μου πει πως δε μου πάει αυτό το χόμπι.
Κοιμήθηκα γύρω στις έξι το πρωί και τρεις ώρες αργότερα ξύπνησα ιδρωμένη από κάποια πόρτα που χτύπησε δυνατά. Πήγα να ανοίξω το στόμα μου να σιχτιρίσω, αλλά δεν έβγαινε τίποτα.
Το τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να δίνω εξηγήσεις γι' αυτό που είμαι, και να τα αναλύω όλα. Σου το ξαναλέω, λοιπόν. Η σοπράνο το βούλωσε το στοματάκι της. Και μη μου ζητήσεις εξηγήσεις, όποιος κι αν είσαι. Σήμερα είμαι εδώ, αύριο δε ξέρω που. Μην ελπίζεις σε μένα. Κακώς, αν πίστεψες σε εμένα. Χμ, δεν αλλάζει ο άνθρωπος, παιδί μου...
Full stop.