Ψήνομαι στον πυρετό. Ακόμη και τώρα στο γραφείο, που βρίσκομαι για να τελειώσω την οικονομική και τεχνική προσφορά. Μόνο ο Π. είναι στον όροφο, αλλά δεν έχει καταλάβει πόσο κομμάτια είμαι. Ξύπνησα στις 3:30 τα ξημερώματα. Ξαπλωμένη ακόμα έβγαλα το ρολόι από το χέρι μου και το άφησα να πέσει στο πάτωμα. Έπεσε και ακούστηκε ένα "γκουπ" δυνατό, αλλά λόγω πυρετού ακούστηκε στα αυτιά μου ακόμα πιο δυνατό αυτό το "γκουπ'. Ένιωθα όλο μου το σώμα να με πονάει κι άρχισα να τρέμω. Ανέβαινε ο πυρετός και δε μπορούσα να ξανακοιμηθώ. Σηκώθηκα να πιω νερό και να χαπακωθώ. Πέρασαν 2 ώρες χωρίς να με πάρει ο ύπνος. Δε θα είχε και νόημα, άλλωστε, αφού στις 6, ούτως ή άλλως, θα έπρεπε να σηκωθώ. Και τώρα πρέπει να σηκωθώ από το γραφείο και να πάρω το δρόμο της επιστροφής. Είπε ο Γ. πως θα έρθει να με πάρει να με στο σπίτι. Νομίζω πως θα βουλιάξω στο κάθισμα και απλά θα τον ακούω να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει κι εγώ να ζω τον πυρετό μου, να είμαι μεταξύ δύο κόσμων, να οδηγεί με το στιγάρο, τα πάντα παρά τρίχα τρακαρίσματα, κι εγώ δε θα αντιδρά, θα βουλιάζω ολοένα και περισσότερο στο κάθισμα, θα σφίγγω τα χέρια μου, που τρέμουν και θα τον ακούω, αλλά δε θα ακούω τίποτα απολύτως. Θα βλέπω τα φώτα των άλλων αυτοκινήτων, θα ακούω από μακριά την σειρήνα κάποιου ασθενοφόρου, θα μου έρχονται σκόρπιες οι κουβέντες της Κυριακής, θα μελαγχολήσω, θα αναρωτηθώ πόσο θα αντέξω, θα διαλέξω πάλι το να ρισκάρω, πάλι θα με ρίξω. Λες και είναι σκάρτο παιχνίδι, ρε παιδί μου.Το ξέρω, αλλά εγώ εκεί. Και θα υπάρχω, για να βουλιάζω στο κάθισμα, να τρέμω, να παραλληρώ, κι ο Γ. δίπλα μου να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει.
Και μετά, πας να μου πεις πως ο άνθρωπος αλλάζει.
Δεν αλλάζει, ρε φίλε. Χώνεψέ το. Κι εγώ, που υποτίθεται ότι το έχω χωνέψει από πολύ νωρίς, σε μικρή ηλικία, κοίτα με. Κοίτα με, σου λέω. Δε βλέπεις κάτι, το ξέρω. Αν καταφέρεις και δεις, πάντως, ρε μπαγάσα, θα σε παραδεχτώ.
Κρυώνω. Τρέμω.
Τελικά, που και που, χρειάζεται ο πυρετός για να γράφεις, να μιλάς, να ακούς, να βουλιάζεις...
Θα γυρίσω σπίτι, στο σπίτι των τόσων δωματίων, που μου είναι εντελώς άχρηστα.
Άχρηστα.
Τις διαβάζεις τις λέξεις;
Να τις διαβάζεις.
Σε φιλώ.