Τί θέλεις να γράψεις πραγματικά; πόσα πολλά θέλεις να πεις; κι όλα αυτά που σκεφτόσουν καθώς έβλεπες τις ράγες να φεύγουν ανάποδα; και γιατί δεν έκλαψες; μήπως νομίζεις πως δε φαίνεται στα μούτρα σου; πάλι θα σταθείς υπεράνω; τί σκατά θα γίνει με τη πάρτη σου; δε χρειάστηκε πολύ ώρα για να καταλήξεις στο ίδιο συμπέρασμα της αρχής, έτσι δεν είναι; εύχεσαι να έχεις και μια δεύτερη ζωή για να προσέξεις με τις ευχές, αν και πολύ φοβάμαι ότι τα ίδια θα ευχηθείς και σ' αυτή. Μα τα ίδια ακριβώς, που να με πάρει! Όλα τα πιστεύω σου επιβεβαιώνονται με αριθμητική ακρίβεια... κι ας αγχώνεται η αναπνοή σου να βρεις κάποιον να προειδοποιήσεις να μη κάνει τις ευχές. Όχι, δε μετανιώνεις για όλα αυτά που σκέφτηκες τότε και πιάσανε σαν ευχές, όμως, νιώθεις responsible στο να σώσεις -είναι σωστή η λέξη, άραγε;- κάποιον άλλο που πάει, τίνει, δείχνει πως θα σκεφτεί τα ίδια και, τρόπω τινά, θα τα ευχηθεί. Δεν είναι επειδή τα θεωρείς λάθος. Αν το πίστευες θα το σταμάταγες εδώ και τώρα. Δε θα συνέχιζες, ρε παιδί μου! Θα έλεγες, λάθος είναι, μαλακία, βάζω στοπ εδώ και τώρα. Αλλά δεν είναι. Είναι... απλά είναι δύσκολο. Δύσκολα. Θέλουν γερό στομάχι. Θέλουν αρχίδια. Θέλουν αντοχή. Θέλουν ανάστημα. Θέλουν... αγερωχιά. Και, ας το παραδεχτούμε, δε τα έχουν όλοι όλα αυτά, κι ας πιστεύουν πως τα έχουν. Σου το έχω ξαναπεί, άλλωστε. Η ψευδαίσθηση του τι είσαι και τι μπορείς να κάνεις/αντέξεις/αντιμετωπίσεις είναι μια παγίδα που δύσκολα μπορείς να της ξεφύγεις. Γι' αυτό χαίρομαι που αντιμετωπίζεις αυστηρά τον εαυτό σου, κι ας πιστεύουν κάποιοι πως απλά τον ρίχνεις και τον υποτιμάς. Αλλά να, μωρέ... πλησιάζει τα όρια του άδικου. Μερικές φορές, νομίζω πως μπορεί και να τα ξεπερνάει. Είναι σκληρό γαμίσι, ξέρεις. Μπορεί να πονέσεις, μπορεί να πονάς για καιρό, κι αν το σκαρί σου δεν είναι και πολύ γερό μπορεί να μην αντέξεις και να σου βγουν... ε, δε ξέρω τι μπορεί να σου βγουν. Εσύ... δε ξέρω, βρε παιδί μου. Ηδονίζεσαι με αυτό; Δε σε είχα κόψει για ατομάκι τύπου μαζόχα. Δεν είσαι μαζόχα, τώρα μη λέμε μαλακίες. Αλλά, να.... πως το αντέχεις; Εννοώ.... δε πονάς; Δε μπορεί! Πονάς, ρε πούστη μου! Αλλά εκεί, συνεχίζεις. Βέβαια, φοβάμαι πως θα σκληρήνεις κι άλλο. Κι ας είσαι μαλακό ζυμαράκι, κατά βάθος. Χαμογελάς, ε; Κάτι κρύβεις, εσύ, δε με γελάς. Τί; Το πλήρωμα; Ποιο πλήρωμα; Σε χρυσό; Όχι, ε; Αγκαλιά σε πήρα σήμερα; Όχι;;; Έλα να σε πάρω αγκαλιά. Έλα ρε... κοιτά να δεις που δεν έρχεται και απλά με κοιτάζει... γιατί με κοιτάζεις έτσι; συμβαίνει κάτι; δηλαδή; ναι, έτσι είναι.... εγώ... έχεις δίκιο! εγώ είμαι ο εαυτός σου. Ναι, εσύ μιλάς σε εσένα μέσω εμένα για εμένα δηλαδή για εσένα σε εσένα. Το ξέρω πως δε μπερδεύτηκες. Δε θα μπορούσα, άλλωστε, να σε μπερδέψω, δηλαδή να μπερδέψω εμένα, τον ίδιο σου τον εαυτό, με εσένα. Για σένα τα λέω. Για να μη μου πεις πως δε με σκέφτομαι. Πως δε με υπολογίζω. Πως ενδιαφέρομαι για μένα. Πως δε με αγαπάω. Με αγαπάς. Κι εγώ σε αγαπάω. Πως θα μπορούσα, άλλωστε, να μη με αγαπάω. Γι' αυτό σου τα λέω, για να τ΄ ακούω εγώ. Έλα, χαμογέλα μου. Μου αρέσει να μου χαμογελάω... παίζει και το αγαπημένο μας κομμάτι στο ραδιόφωνο. Άντε να καταλάβουν οι άλλοι, ε;
Θάλασσα τα δάκρυα και πλέεις με καράβι βαρύ σε κόσμους δικούς σου και με κοράλια τα μαλλιά σου και πυξίδα τα μάτια σου κι απλώνεις τους χάρτες σου σεντόνι στο κορμί των ταξιδιών σου κουλουριασμένο στη γωνιά με τους δαίμονες ενός παιδιού ενήλικα πριν πιάσει τα χίλια χρόνια και παραμύθι τα δελφίνια σου ψυθιρίζουν στης Αθήνας τα λατρεμένα σοκάκια πηγαίνοντας με το βαπόρι για τη Νικαρία να μαζέψεις κι άλλα μεγάλα βότσαλα να βαρύνουν οι τσέπες σου μπας και ζυγιάσουν το μπουκαλάκι στο λαιμό της ψυχής σου ανεκτίμητης αξίας υπομονή και θαυμασμό στην έκθεση της σκηνής του θεάτρου που κανείς ποτέ δε θα καταλάβει ούτε θα μυρίσει την αρμύρα...
* επειδή δε ξεχνάω το ταξίδι και παραμένει σταθερή αξία και πιστεύω